επαγγελματίας, ο - профессионал (м.р.), ιός, ο - вирус, καναπές-κρεβάτι, ο - диван-кровать, καταναλωτής, ο - потребитель, καταψύκτης, ο - морозильная камера, φακός επαφής, ο - контактная линза, συνεργάτης, ο - коллега, τεχνικός, ο/η - техник (м.р., ж.р.), γαλότσα, η - резиновый сапог, γούνα, η - шуба, δόση, η - взнос, εισαγωγή, η - импорт, προϊόν εισαγωγής, το - импортированный продукт, επισκευή, η - ремонт, θήκη, η - чехол, καταναλώτρια, η - потребительница, μαϊμού, η - обезьяна, προϊόν μαϊμού, το - подделка, όραση, η - зрение, πείρα, η - опыт, ποικιλία, η - разнообразие, συνεργάτιδα, η - коллега, συσκευή, η - прибор; устройство, τηλεφωνία, η - телефонная связь, έξυπνο τηλέφωνο, το - умный телефон, смартфон, καθαριστικό, το - чистящее средство, καρτοκινητό, το - мобильный телефон с карточкой предоплаты, κλικ, το - клик, κόστος, το - стоимость, μάτι της κουζίνας, το - конфорка, μέλλον, το - будущее, μοντέλο, το - модель, μποτάκι, το - сапог, μπουρνούζι, το - банный халат, νυφικό, το - свадебное платье, παρόν, το - настоящее, πλήκτρο, το - клавиша, ποσό, το - сумма, σετ, το - комплект, σίδερωμα, το - глажка, στρώμα, το - матрац, συμβόλαιο, το - контракт, τακούνι, το - каблук, τσιγάρο, το - сигарета, λευκά είδη, τα - постельное белье, μεταφορικά (έξοδα), τα - транспортные расходы, άτοκος-η-ο - беспроцентный, -ая, -ое, βαμβακερός-ή-ό - хлопковый, ειδικός-ή-ό - специальный, -ая, -ое, επώνυμος-η-ο - брендированный, κινητός-ή-ό - мобильный, -ая, -ое, σταθερός-ή-ό - стационарный, -ая, -ое, στεγνός-ή-ό - сухой, -ая, -ое, στεγνό καθάρισμα, το - сухая чистка, συνθετικός-ή-ό - синтетический, -ая, -ое, φορητός-ή-ό - переносной, -ая, -ое, αποκτάω (-ώ) - приобретаю, επισκευάζω - чиню; ремонтирую, καλύπτω - покрываю, με καλύπτει η εγγύηση - на гарантии, λύνω - решаю, παραλαμβάνω (& παραλαβαίνω) - получаю, στοιχίζω - стою, συγκρίνω - сравниваю, συμφέρει - выгодно, με συμφέρει (κάτι) - мне выгодно (что-то), φταίω - я виноват(а), δικός-ιά-ίό (μου/σου…) - мой (твой…), τόσος-η-ο - такой, -ая, -ое (по величине, количеству), όσο - так, τόσο… όσο - как… так…, οικονομικά - экономично; выгодно, πουθενά - нигде, πληρώνω κάτι ακριβά - покупаю что-то дорогое, στη στιγμή - мгновенно, στη χειρότερη περίπτωση - в худшем случае, στην καλύτερη περίπτωση - в лучшем случае, περίπτωση - случай, κολλάει ο υπολογιστής - компьютер зависает, σώζω (ένα αρχείο) - сохраняю (файл),
0%
11
Condividi
Condividi
Condividi
di
Spartakosanagn
Modifica contenuto
Stampa
Incorpora
Altro
Compiti
Classifica
Mostra di più
Mostra meno
Questa classifica è privata. Fai clic su
Condividi
per renderla pubblica.
Questa classifica è stata disattivata dal proprietario della risorsa.
Questa classifica è disattivata perché le impostazioni sono diverse da quelle del proprietario della risorsa.
Ripristina le opzioni
Flash card
è un modello a risposta aperta. Non genera punteggi validi per una classifica.
Login necessario
Stile di visualizzazione
Tipi di caratteri
Abbonamento richiesto
Opzioni
Cambia modello
Mostra tutto
Mentre esegui l'attività appariranno altri formati.
Apri risultati
Copia link
Codice QR
Elimina
Ripristinare il titolo salvato automaticamente:
?