ληστής, вор, αντίληψη, интеллект, γρουσουζιά, невезение, κατάληψη, захват, κοινωνία (η αγία), (святое) причастие, μετάληψη, причащение, πρόληψη, суеверие, οι προλήψεις, предрассудки, σύλληψη, арест, απολαβές, прибыль, αντίδωρο, просфора, διαγώνισμα, тест, καθήκον, долг, ακατόικητος-η-ο, нежилой,-ая,-ое, αναρχικός-ή-ό, анархический,-ая,-ое, γρουσούζης-α-ικο, приносящий несчастье, επαναληπτικός-ή-ό, повторный,-ая,-ое, αναλαμβάνω, принимаю на себя; приступаю, καταλαμβάνω, захватываю, μεταλαμβάνω, причащаюсь, παραλαμβάνω, получаю, προλαμβάνω, предотвращаю, συλλαμβάνω, ловлю, το πιάνω με την πρώτη, схватываю на лету.

Classifica

Stile di visualizzazione

Opzioni

Cambia modello

)
Ripristinare il titolo salvato automaticamente: ?