αθλητισμός - атлетика, спорт, θαυμασμός - восхищение, κακοποιός, ο - преступник, λουκουμάς, ο - пончик с мёдом, μπακάλης, ο - бакалейщик (муж.), συλλέκτης, ο - коллекционер (муж.), βοηθός (του σπιτιού), ο/η - помощник (по дому), ευρωβουλευτής, ο - депутат Европарламента, σπορ, τα - болельщик, ανάγκη, η - потребность, έχω ανάγκη κάποιου - мне нужен кто-то, έχω ανάγκη (από) κάτι - мне нужно что-то, ανακύκλωση, η - переработка, αφίσα, η - плакат, γλυπτική, η - скульптура, εργασία, η - работа, εφαρμογή, η - приложение, ζαχαροπλαστική, η - кондитерское дело, κηπουρική, η - садоводство, κοινωνία, η - общество, λέσχη, η - клуб, ορειβασία, η - альпинизм, συλλέκτρια, η - коллекционер (жен.), συλλογή, η - коллекция, συνήθεια, η - привычка, τηλεοπτική σειρά, η - телесериал, τρύπα, η - дыра, χειροτεχνία, η - рукоделие (сущ.), βίντεο, το - видео, δελτίο ειδήσεων, το - выпуск новостей, δίκτυο, το - сеть, κοινωνικό δίκτυο, το - социальная сеть, κέντημα, το - вышивка, κρυφτό, το - прятки, κυνηγητό, το - догонялки, μέλος, το - член, πλέξιμο, το - вязание (сущ.), καλά (ρούχα), τα - (мои) нарядные вещи, βάζω τα καλά μου - я надеваю нарядное, παραγωγός, τα - продюсер, ευωματικός-ή-ό - ароматный, έντυπος-η-ο - печатный, κοινός-ή-ό - общий, οικολογικός-ή-ό - экологический, ποδοσφαιρικός-ή-ό - футбольный, τηλεοπτικός-ή-ό - телевизионный, φιλοζωικός-ή-ό - защита животных (прил.), ψεύτικος-η-ο - поддельный, βγάζω φωτογραφίες - я фотографирую, γαβγίζω - я лаю, δανείζω - я одалживаю, δένω - я завязываю, κανονίζω - я организую, κατασκευάζω - я строю, κεντάω (-ώ) - я вышиваю, μισώ - я ненавижу, μυρίζω - я нюхаю, πλέκω - я вяжу, προφταίνω - у меня есть время, ράβω - я шью, σιχαίνομαι - я не выношу, φροντίζω - я забочусь, χειροκροτώ - я аплодирую, άλλοτε - тогда, раньше, ύστερα - позже, από χέρι σε χέρι - из рук в руки, κάτι κάνει φτερά - что-то исчезло, με τις ώρες - часами, στα εξήντα μου - в шестьдесят лет,

Clasament

Stilul vizual

Opţiuni

Comutare șablon

Restaurare activitate salvată automat: ?