term, học kì/ kì học, member, thành viên, sure, chắc chắn, kind of, loại/ thể loại, have/ has + Ved/ 3, have/ has been, or, hoặc là, a frightened or angry swan, 1 con thiên nga tức giận hoặc sợ hãi, by + v- ing ( sau giới từ động từ thêm ing), by putting, also, cũng, ever, đã từng, yet, vẫn chưa/ chưa

Κατάταξη

Αυτήν τη στιγμή εργαζόμαστε για τη βελτίωση της λειτουργικότητας του Leaderboard. Παρακαλώ βοηθήστε μας προσφέροντας τα σχόλιά σας.

Δώστε σχόλια

Οπτικό στυλ

Επιλογές

Αυτήν τη στιγμή εργαζόμαστε για τη βελτίωση των ρυθμίσεων δραστηριότητας. Βοηθήστε μας προσφέροντας τα σχόλιά σας.

Δώστε σχόλια

Αλλαγή προτύπου

Επαναφορά αυτόματα αποθηκευμένου: ;