διατρίβω - χρονοτριβώ, περνώ τον καιρό μου, ἐπιτηρῶ ὁπότε - καιροφυλακτώ, παραφυλάω πότε, μέλλω + τελ. απαρ. - πρόκειται να..., ὁμολογῶ τι - συμφωνῶ, δέχομαι κάτι, κατέχω τινά - κρατώ κάποιον ως αιχμάλωτο, ἀντέχω (περί τινος) - επιμένω για κάτι, εἶμι (απαρέμφατο: ἰέναι) - πηγαίνω, μεταβαίνω, ἐξαιρῶ τινά - αφανίζω, καταστρέφω κάποιον, ἀπαγγέλλω - ανακοινώνω, αἱρέομαι-οῦμαι - εκλέγομαι, ἕπομαι - ακολουθώ, φημί - λέγω,

Κατάταξη

Οπτικό στυλ

Επιλογές

Αλλαγή προτύπου

Επαναφορά αυτόματα αποθηκευμένου: ;