φανερός - δῆλος, ηγέτης (ως πολιτικός όρος) - προστάτης, ωραίος και με υψηλό φρόνημα - καλός κἀγαθός, διά τῆς βίας, μέ τό ζόρι - ἀναγκαζόμενος, αυτός που σβήνεται εύκολα - εὐεξάλειπτος, δηλητήριο για θανάτωση καταδίκων - κώνειον, αξιοθαύμαστος, θαυμαστός - ἀγαστός, σύμφωνος με τον νόμο - ἔννομος, κιγκλιδώματα που χωρίζουν βουλευτές και ακροατήριο - δρύφακτα/δρύφρακτα, ανυπόφορο - οὐ βιωτόν,

ΑΡΧΑΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ από τον Ξενοφώντα - 5 (κεφ. 3, παρ. 50-56)

Κατάταξη

Οπτικό στυλ

Επιλογές

Αλλαγή προτύπου

Επαναφορά αυτόματα αποθηκευμένου: ;