πράττομαι: β ενικό μέλλοντα, πράξει/ῃ, ἐπράξω, παιδεύομαι: γ πληθυντικό παρατατικού, ἐπαιδεύοντο, ἐπαιδεύσαντο, παιδεύσονται, ἀθροίζομαι: β ενικό παρατατικού, ἠθροίζου, ἠθροίσω, ἠθροίζετο, ἐφυλάττου, β ενικό παρατατικού, β ενικό αορίστου, πείθομαι: α πληθυντικό ενεστώτα, πειθόμεθα, πεισόμεθα, θύομαι: γ πληθυντικό παρατατικού, ἐθύσαντο, θύσονται, ἐθύοντο, περιστρέφομαι: α ενικό αορίστου, περιεστρεψάμην, ἐπεριστρεψάμην, ἀπαλλάττομαι: γ ενικό αορίστου, ἀπηλλάξατο, ἀπηλλάττου, ἠπαλλάξατο, οἰκίζομαι: β ενικό παρατατικού, ὠκίζου, ᾠκίζου, ᾠκίσω, ἐγράψατο, β ενικό αορίστου, γ ενικό αορίστου, ἐπράττου, γ ενικό παρατατικού, β ενικό παρατατικού, κελευσόμεθα, α πληθυντικό ενεστώτα, α πληθυντικό μέλλοντα, α πληθυντικό αορίστου, θύσεσθε, β ενικό ενεστώτα, β πληθυντικό ενεστώτα, β πληθυντικό μέλλοντα, παιδεύονται, γ πληθυντικό ενεστώτα, γ πληθυντικό μέλλοντα, ἐταραξάμεθα, α πληθυντικό μέλλοντα, α πληθυντικό αορίστου, α πληθυντικό παρατατικού, ἐλπίσει/ῃ, β ενικό μέλλοντα, β ενικό ενεστώτα, β ενικό παρατατικού, ἐλπίζεται, γ ενικό ενεστώτα, γ πληθυντικό ενεστώτα, κατεγραφόμεθα: α πληθυντικό παρατατικού, ΣΩΣΤΟ, ΛΑΘΟΣ, ἐπράττοντο: γ πληθυντικό αορίστου, ΣΩΣΤΟ, ΛΑΘΟΣ, ἐπράξαντο: γ πληθυντικό αορίστου, ΣΩΣΤΟ, ΛΑΘΟΣ

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ (ΕΝ-ΜΕΛ-ΠΡΤ-ΑΟΡ)

Κατάταξη

Οπτικό στυλ

Επιλογές

Αλλαγή προτύπου

Επαναφορά αυτόματα αποθηκευμένου: ;