Έργο ατελείωτο, μάταιο - ιστός της Πηνελόπης, μέσο εξαπάτησης -  δούρειος ίππος, δεν υποχωρούμε, είμαστε αποφασισμένοι -  ἤ τάν ἤ ἐπί τάς, αλλάζω τακτική, ὑπαναχωρῶ -  ἀνακρούω πρύμναν, ματαιοπονώ, κοπιάζω άδικα -  λακτίζω πρός κέντρα, είμαι άβουλο ον, υποχείριο των άλλων -  ἄγομαι καί φέρομαι, μη με σκοτίζεις, άσε με στην ησυχία μου -  μή μου τούς κύκλους τάραττε, πολύ ψηλός και σωματώδης -  Γίγαντας, κάποιος που αλλάζει μορφές ή απόψεις -  Πρωτέας, κάνω την πάπια -  ποιοῦμαι τήν νῆσσαν,

Κατάταξη

Οπτικό στυλ

Επιλογές

Αλλαγή προτύπου

Επαναφορά αυτόματα αποθηκευμένου: ;