earnings, zarobki, perks/ benefits, świadczenia dodatkowe, income, dochód, minimum wage, płaca minimalna, PAY: pay rise/ decent pay/ sick pay, PŁACA: podwyżka/ przyzwoita płaca/ chorobowe, pension/ pensioner, emerytura/ emeryt, salary, pensja, np. miesięczna, wages, pensja tygodniowa lub godzinowa, get a pay rise, dostać podwyżkę, work overtime, pracować nadgodziny, working conditions, warunki pracy, be in charge of, być odpowiedzialnym za coś/ kierować czymś, get promoted, dostać awans, work from home, pracować w domu, work long hours, pracować długo, work/ do shifts, pracować na zmiany, work under pressure, pracować pod presją, unemployed/ out of work, bezrobotny, benefit, zasiłek dla bezrobotnych, be on the dole, być na zasiłku dla bezrobotnych
0%
WORK
Μοιραστείτε
Μοιραστείτε
από
Karolinagrzegor
Kl. 8
Angielski
Vocabulary
Επεξεργασία περιεχομένου
Εκτύπωση
Ενσωμάτωση
Περισσότερα
Αναθέσεις
Κατάταξη
Εμφάνιση περισσότερων
Εμφάνιση λιγότερων
Ο πίνακας κατάταξης είναι ιδιωτικός. Κάντε κλικ στην επιλογή
Μοιραστείτε
για να τον δημοσιοποιήσετε.
Ο πίνακας κατάταξης έχει απενεργοποιηθεί από τον κάτοχό του.
Ο πίνακας κατάταξης είναι απενεργοποιημένος, καθώς οι επιλογές σας είναι διαφορετικές από τον κάτοχό του.
Επαναφορά επιλογών
Αντιστοίχιση
είναι ένα ανοικτό πρότυπο. Δεν δημιουργεί βαθμολογίες πίνακα κατάταξης.
Απαιτείται σύνδεση
Οπτικό στυλ
Γραμματοσειρές
Απαιτείται συνδρομή
Επιλογές
Αλλαγή προτύπου
Εμφάνιση όλων
Ανοιχτά αποτελέσματα
Αντιγραφή συνδέσμου
Κωδικός QR
Διαγραφή
Επαναφορά αυτόματα αποθηκευμένου:
;