dip, (재빨리) 꼬집다[물다], 찢다, , <강아지 등이> 깽깽 울다.

Κατάταξη

Οπτικό στυλ

Επιλογές

Αλλαγή προτύπου

Επαναφορά αυτόματα αποθηκευμένου: ;