learn - uczyć się, leave - wyjeżdżać, opuszczać , lend - pożyczać (komuś) , let - pozwalać,

Κατάταξη

Οπτικό στυλ

Επιλογές

Αλλαγή προτύπου

Επαναφορά αυτόματα αποθηκευμένου: ;