κελεύομαι γ´ ενικος αορίστου Μ.Φ., κελευσαίμεθα, κελευσοίμεθα, κελεύσοιτο, κελεύσαιτο, στρατεύομαι παρακείμενος α´ πληθυντικός Μ.Φ, σεστρατεύομεθα, εστρατευώμεθα, εστρατευμένοι είημεν, εστραυμένι είημεν, λύομαι ενεστώτας β´ πληθυντικος Μ.Φ, λύησθε, λύοισθε, λύαισθε, λύοισθαι, πέμπομαι παρακείμενος β´ ενικός Μ.Φ, πεπεμμένος είης , πεπεσμένος είης, πεπεκμένος είης, πεπεμμένος ής, φυλάττομαι μέλλοντας γ´ πληθυντικός Μ.Φ, φυλάξαιεν, φυλάξοιεν, φυλάξαιντο, φυλάξοιντο, Να μεταφέρετε τον ίδιο τύπο απο ενεργητική φωνή σε μέση στο ίδιο πρόσωπο και χρονό και αριθμό : τρέφοι, τρέφητο, τρέφοιτο, τρέψοιτο, τρέφοιτω, Μεταφέρεται τον παρακάτω τύπο υποτακτικής (Μ.Φ.) στο ίδιο πρόσωπο, τον ίδιο αριθμό τον ίδιο χρόνο στην ευκτική (Μ.Φ.) : πορευσώμεθα, πορευσαίμεθα, πορευσέμαιθα, πορευσοίμεθα, πωρευσαίμεθα, Συμπληρώστε την πρόταση : Ἤχθοντο, ὅτι οὐδαμοῦ σωτηρία ______ (φαίνομαι, γ' εν. ενεστώτα), φαίνοιτω, φαίνοιο, φαίνοιτο, πεφύτευκα, Οὕς βουληθείης θᾶττον ἄν ________ (καταστρέφομαι, β' ενικό αορίστου), καταστρέψοιο, καταστρέψαιο, κομίζομαι α´ ενικός παρακειμένου , κεκομισμένοι είην, κεκομοισμένος είην, κεκομισμένος είην, κεκομοισμένοι είην.

Ευκτική Μέσης Φωνής Αρχαία Ελληνικά

Κατάταξη

Οπτικό στυλ

Επιλογές

Αλλαγή προτύπου

Επαναφορά αυτόματα αποθηκευμένου: ;