ταχθησεσθαι - τάττομαι: απαρέμφατο, βουλευθησει - βουλεύομαι: β ενικό οριστικής, πεισθησοιντο - πείθομαι: γ πληθυντικό ευκτικής, διωχθησονται - διώκομαι: γ πληθυντικό οριστικής, παιδευθησομενοι - παιδεύομαι: μετοχή, ονομ. πληθ. αρσ., πεμφθησοιμην - πέμπομαι: α ενικό ευκτικής, κολασθησεται - κολάζομαι: γ ενικό οριστικής, ψευσθησομενου - ψεύδομαι: ουδ. μετ., γεν. εν., νομισθησομεθα - νομίζομαι: α πληθ. οριστικής, αχθησεσθαι - ἂγομαι: απαρέμφατο,

Κατάταξη

Οπτικό στυλ

Επιλογές

Αλλαγή προτύπου

Επαναφορά αυτόματα αποθηκευμένου: ;