υποβάλλω αίτηση, αιτούμαι, ζητώ, ανακοινώνω, εξαγγέλω, κοινοποιώ, αποζημίωση, αντιστάθμισμα, πληρωμή για ζημιά, χορηγώ δάνειο, δανειοδοτώ, πιστώνω, αποκατάσταση, διόρθωση, χιονόπτωση, πτώση χιονιού, θερμοκήπιο, φυτώριο με κάλυμμα, εσπεριδοειδή, λεμόνια, πορτοκάλια κ.ά., θερίζω, κόβω στάχυα, αλωνίζω, ξεχωρίζω τον καρπό από το στάχυ, συλλέγω, μαζεύω, εύφορος, γόνιμος, άγονος, ξερός, άκαρπος, ορεινός, βουνίσιος, αυτοφυής, αυτός που φυτρώνει μόνος του, οπωροφόρος, καρποφόρος, (τα ΄δέντρα) που έχουν καρπούς, ηλεκτροδότηση, παροχή ρεύματος, παρασκευή, ετοιμασία, κατασκευή, ποτοποιία, παραγωγή ποτών, υφαντουργία, η τέχνη ή η βιομηχανία της ύφανσης.

Γλώσσα - Λεξιλόγιο 7ης ενότητας

Leaderboard

Visual style

Options

Switch template

)
Continue editing: ?