all together, ολοι μαζι, altogether, τελειως ,εντελως, especially, ιδιαιτερως, specially, ειδικα, exhaustive, διεξοδικος,αναλυτικος, exhausting, εξαντλητικος, older, μεγαλυτερος σε ηλικια, elder, μεγαλυτερος (αναμεσα σε δυο ατομα), complement, συμπληρωμα, compliment, κομπλιμεντο, advise, συμβουλευω, advice, συμβουλη, bear on (the matter), σχετιζομαι με, call on (a friend), επισκεπτομαι για λιγο, (the products)catch on, γινομαι της μοδας, check on (the kids), τσεκαρω,ελεγχω, dwell on(the past), κολλαω,εστιαζω υπερβολικα σε, get on (with my work), προχωραω,συνεχιζω, get on (with my neighbors), τα παω καλα ,εχω καλες σχεσεις, hold on (a second), περιμενω για λιγο, take on(extra work), αναλαμβανω, try on(clothes), δοκιμαζω, get one's act together, συνερχομαι,συμμορφωνομαι, get the hang of, παιρνω το κολάι,μαθαινω πως λειτουργει, get out of hand, βγαινω εκτος ελεγχου, get into deep water, μπαινω σε μπελαδες, get the picture, πιανω το νοημα, get a kick out of, ευχαριστιεμαι,αναλαμβανω να, in succession, στη σειρα,διαδοχικα, in custody, υπο κρατηση, in the light of, με αφορμη, in full bloom, σε πληρη ανθηση, in regard to, οσον αφορα, in pursuit of, σε αναζητηση, in high spirits, με κεφια, in excess of, πανω απο,περισσοτερο απο, in the long run, μακροπροθεσμα

module 3 part b

Leaderboard

Visual style

Options

Switch template

Continue editing: ?