pupil, student, university student, φοιτητής, graduate, απόφοιτος, teacher, δασκάλα, tutor, δάσκαλος σε μικρά γκρουπ η ιδιαίτερα, professor, καθηγητής πανεπιστημίου, instructor, ο εκπαιδευτής (διδάσκει μια δεξιότητα) πχ yoga instructor, textbook, βιβλίο του μαθήματος, curriculum, πρόγραμμα μαθημάτων, scholarship, υποτροφία, student loan, φοιτητικό δάνειο, enroll, εγγράφομαι, attend a lesson, παρακολουθώ μάθημα, pay fees, πληρώνω τα δίδακτρα, get accepted, με δέχονται, sit/take an exam, δίνω εξετάσεις, pass a test, περνάω την εξέταση, fail a test, κόβομαι στην εξέταση, get a high mark, παίρνω υψηλό βαθμό, get a low mark, παίρνω χαμηλό βαθμό, score above average, σκοράρω πάνω απο τον μέσο όρο, score below average, σκοράρω κάτω απο τον μέσο όρο, do an apprenticeship, κάνω πρακτική, academic, ακαδημαικός, hands-on, χειρονακτική, compulsory, υποχρεωτικός, optional, προαιρετικός, course, η σειρά ενός μαθήματος που μπορεί να κάνει καποιος για ενα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα e.g i attend an english course this year, take part in, συμμετέχω, subject, ένα συγκεκριμένο μάθημα, immigrant, μετανάστης, foreigners, ξένοι, volunteering, εθελοντισμός, qualification, προσόν, loan, δάνειο, rewatch, ξαναβλέπω, realised, συνειδητοποιώ, a couple of, κάνα δυο, version, έκδοση, emotions, συναισθήματα, real conversation, αληθινή επικοινωνία, huge, τεράστιος, whole, ολόκληρος, virtual reality, εικονική πραγματικότητα, machines, μηχανήματα, hold, κρατώ, headset, ακουστικά, common, κοινός, education, εκπαίδευση, healthcare, ιατρική περίθαλψη, scanner, σκάνερ, intelligence, ευφυία, among, ανάμεσα σε πολλούς, destination, προορισμός, move, μετακινούμαι/μετακομίζω, state, κρατικός, independent, αυτόνομος, within, διαμέσου, figure out, κατανοώ, local, τοπικός, area, περιοχή, prestigious, πολυτελής, certain profile, συγκεκριμένου προφίλ, highest, πιο ψηλού, last, διαρκώ, primary education, πρωτοβάθμια εκπαίδευση, continue, συνεχίζω, comprehensive school, γενικό δημόσιο σχολείο, secondary education, δευτεροβάθμια εκπάιδευση, examination, εξέταση, mainly, κυρίως, option, επιλογή, combination, συνδυασμός, training, εκπαίδευση, least, ο λιγότερος, volunteering, ο εθελοντισμός, necessary, απαραίτητος, plenty of, many, wide variety, μεγάλη ποικιλία, degree, πτυχίο, overseas, abroad/ το εξωτερικό, cover, καλύπτω, graduates, απόφοιτοι, surely, σίγουρα, considering, έχοντας υπόψιν

Leaderboard

Visual style

Options

Switch template

Continue editing: ?