go along, πηγαίνω μαζί, basically, βασικά, personality, προσωπικότητα, throughout, με την πάροδο/ καθ'όλη τη διάρκεια, consider, θεωρώ, rely on, βασίζομαι σε, depend on, εξαρτώμαι από, certain, συγκεκριμένος-η-ο, reasonable, λογικός-ή-ό, professor, καθηγητής-τρια πανεπιστημίου, request, αίτημα, quality of life, ποιότητα ζωής, settle into something, τακτοποιούμαι, waste (time), σπαταλώ (χρόνο), fascinated, γοητευμένος-η-ο, value, αξία, culture, κουλτούρα, maintain, διατηρώ, on purpose, επίτηδες, ideal, ιδανικός,ή,ό, cope with, διαχειρίζομαι, insist on, επιμένω να, prevent somebody from, εμποδίζω κάποιον-α-ο από, friendship, φιλία, end up, καταλήγω, mature, ωριμάζω, attractive, όμορφος-η-ο, afford, έχω αρκετά χρήματα για κάτι, privacy, ιδιωτικότητα, get used to, συνηθίζω.

Leaderboard

Visual style

Options

Switch template

)
Continue editing: ?