insure, ασφαλιζω, secure, εξασφαλιζω, respectively, αντιστοιχα, historic, ιστορικης σημασιας, historical, σχετικο με την ιστορια, sometimes, μερικες φορες, sometime, καποια στιγμη, conserve, εξοικονομω, preserve, διατηρω, allusion, αναφορα, illusion, ψευδαισθηση, break in (on a conversation), διακοπτω , bring in (a law), εισαγω(νομο), drop in (on a friend), κανω συντομη επισκεψη, hand in(my applcation), παραδιδω(την αιτηση μου), (snowstorms)set in, ερχεται καταιγιδα, take in(new information), καταλαβαινω,αφομοιωνω, take somebody in(with lies), εξαπατω, turn a suspect in, καταδιδω στην αστυνομια, bring about change, προκαλω αλλαγη, accidents come about, προκυπτουν, set about cleaning the house, αρχιζω να καθαριζω, pull somebody's leg, τον κοροιδευω, play it by ear, αυτοσχεδιαζω,βλεποντας και κανοντας, twist somebody's arm, πιεζω ,ζοριζω, see eye to eye, συμφωνω, let one's hair down, χαλαρωνω, be wet behind the ears, ειμαι αρχαριος,απειρος, out of the ordinary, ασυνηθιστος, out of proportion, δυσαναλογος, out of place, αταιριαστος, out of reach, απλησιαστος, out of the question, αδυνατον, out of order, εκτος λειτουργιας, out of sight, αφαντος, out of practice, που δεν ειναι σε φορμα.

Leaderboard

Visual style

Options

Switch template

Continue editing: ?