ο δάσκαλος - η δασκάλα, teacher, το δάσος , forest, το δάχτυλο, finger, toe, δείχνω, to show, δέκα, ten, δεκαεννιά, nineteen, δεκαέξι, sixteen, δεκαεπτά, seventeen, δεκαοκτώ, eighteen, δεκαπέντε, fifteen, δεκατέσσερις, δεκατέσσερα, fourteen, δεκατρείς, δεκατρία, thirteen, το δελφίνι , dolphin, δε(ν) , not, το δέντρο , tree, δεξιά, (to the) right, δεύτερος, -η, -ο , second, το Δημοτικό σχολείο, Elementary/Primary School, διαβάζω, to read, το διάβασμα , reading, studying, το διαγώνισμα , test, η διαδρομή , way, path, route, ο διαιτητής, referee, οι διακοπές (plural) , holiday, vacation, διαλέγω, to choose, το διάλειμμα , break, ο διάλογος , dialogue, η διασκέδαση , entertainment, fun, amusement, η διαφήμιση, advertisement, ad, η διαφορά , difference, διαφορετικός, -ή, -ό, different, η διεύθυνση, address, δικός, -ή, -ό (singular) δικοί, -ές, -ά (plural) μου, my, mine, δικός, -ή, -ό (singular) δικοί, -ές, -ά (plural) σου, your, yours for one person, δικός, -ή, -ό (singular) δικοί, -ές, -ά (plural) του , his, δικός, -ή, -ό (singular) δικοί, -ές, -ά (plural) της , her, hers, δικός, -ή, -ό (singular) δικοί, -ές, -ά (plural) του, its, δικός, -ή, -ό (singular) δικοί, -ές, -ά (plural) μας, our, ours, δικός, -ή, -ό (singular) δικοί, -ές, -ά (plural) σας, your, yours for many persons, δικός, -ή, -ό (singular) δικοί, -ές, -ά (plural) τους, their, theirs, δίνω, to give, δίπλα, beside, διπλανός, -ή, -ό, nearby, διπλός, -ή, -ό, double, διψάω, -ώ, to be thirsty, το δόντι, τα δόντια, tooth, teeth, η δουλειά, work, οι δουλειές του σπιτιού, housework, housekeeping chores, δουλεύω, to work, ο δρόμος , road, street, δυνατά, strongly & loud, loudly, δυνατός, -ή, -ό, strong, δύο, two, και οι δύο, both, δύσκολος, -η, -ο, difficult, δώδεκα, twelve, το δωμάτιο , room, δωρεάν, free of charge, το δώρο, present.

Leaderboard

Visual style

Options

Switch template

)
Continue editing: ?