combat - καταπολεμώ, confirm - οριστικοποιώ, επιβεβαιώνω, downgrade - υποβαθμίζω, υποβιβάζω, expose - εκθέτω, αποκαλύπτω, tranquillity - ηρεμία, γαλήνη, impulsive - παρορμητικός, αυθόρμητος, upright - κατακόρυφος, όρθιος, distribute - διανέμω, μοιράζω, counteract - αντισταθμίζω, εξουδετερώνω, mistreat - κακομεταχειρίζομαι, foster - ενθαρρύνω, καλλιεργώ, discard - ξεφορτώνομαι, haphazard - πρόχειρος, ανοργάνωτος, επιπόλαιος, interfere - παρεμβαίνω, supplement - συμπλήρωμα, deficiency - έλλειψη, ανεπάρκεια, perspective - οπτική γωνία, resilience - προσαρμοστικότητα, ανθεκτικότητα, σθένος, plague - μαστίζω, τυραννώ, initiative - πρωτοβουλία, juncture - ένωση, saga - έπος, upsurge - απότομη άνοδος, immaculate - άμεπτος, αψεγάδιαστος, incomprehensible - ακατανόητος, corrupt - διαφθείρω, inscrutable - ανεξιχνίαστος, initiate - ξεκινώ, inflammation - ανάφλεξη, φλεγμονή, breakthrough - μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη,

Leaderboard

Visual style

Options

Switch template

Continue editing: ?